Εκστρατεία Ανατολικής Αφρικής (Α' ΠΠ) | |||
---|---|---|---|
στο Αφρικανικό Θέατρο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου | |||
Αποικιακός λόχος των Ασκάρι (askari)[Σημ. 1][Υποσημ. 1][Υποσημ. 2] έτοιμος για παρέλαση στην Γερμανική Ανατολική Αφρική (ΓΑΑ). | |||
Χρονολογία | 3 Αυγούστου 1914 – 25 Νοεμβρίου 1918 | ||
Τόπος | Σημερινή Τανζανία, Ζάμπια, Μοζαμβίκη, Ρουάντα, Μπουρούντι, Κένυα, Ουγκάντα, τη Δημοκρατία του Κονγκό 6°18′25.2″S 34°51′14.4″E / 6.307000°S 34.854000°EΣυντεταγμένες: 6°18′25.2″S 34°51′14.4″E / 6.307000°S 34.854000°E | ||
Έκβαση | Νίκη των συμμάχων | ||
Εδαφικές μεταβολές | Η Γερμανική Ανατολική Αφρική διαμελίστηκε από τη Βρετανία, το Βέλγιο και την Πορτογαλία | ||
Αντιμαχόμενοι | |||
Ηγετικά πρόσωπα | |||
| |||
Δυνάμεις | |||
Απώλειες | |||
365.000 άμαχοι πέθαναν σε λιμούς που σχετίζονται με τον πόλεμο.[Σημ. 11]
|
Εκστρατεία Ανατολικής Αφρικής |
---|
1914 |
1915 |
1916 |
1917 |
1918 |
Εξεγέρσεις |
Η Εκστρατεία Ανατολικής Αφρικής κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια σειρά από μάχες και δράσεις αντάρτικες, η οποία ξεκίνησε στην Γερμανική Ανατολική Αφρική (ΓΑΑ) και εξαπλώθηκε σε τμήματα της Πορτογαλικής Μοζαμβίκης, της Βόρειας Ροδεσίας, της Βρετανικής Ανατολικής Αφρικής, του Προτεκτοράτου της Ουγκάντα και του Βελγικού Κονγκό. Η εκστρατεία τελείωσε στη Γερμανική Ανατολική Αφρική τον Νοέμβριο του 1917 όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στην Πορτογαλική Μοζαμβίκη και συνέχισαν την εκστρατεία, ζώντας από τις Πορτογαλικές προμήθειες.[9]
Η στρατηγική των Γερμανικών αποικιακών δυνάμεων, με επικεφαλής τον Αντισυνταγματάρχη (μετέπειτα "Αντιστράτηγο") Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ (Paul von Lettow-Vorbeck), ήταν να εκτρέψει τις Συμμαχικές δυνάμεις από το Δυτικό Μέτωπο, στην Αφρική. Η στρατηγική του πέτυχε μόνο μικτά αποτελέσματα μετά το 1916, όταν εκδιώχθηκε από την ΓΑΑ και οι Συμμαχικές δυνάμεις συγκροτήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου με στρατεύματα προερχόμενα από τη Νότια Αφρική, την Ινδία καθώς και από άλλες αποικίες. Τα στρατεύματα των Μαύρων Νοτιοαφρικανών δεν λήφθηκαν υπ'όψιν για την Ευρωπαϊκή θητεία ως ζήτημα πολιτικής, ενώ όλες οι Ινδικές μονάδες είχαν αποσυρθεί από το Δυτικό Μέτωπο μέχρι το τέλος του 1915. Η εκστρατεία στην Αφρική κατανάλωσε σημαντικά χρηματικά ποσά και πολεμικό υλικό, που θα μπορούσαν να είχαν πάει σε άλλα μέτωπα.[2][10]
Οι Γερμανοί στην Ανατολική Αφρική πολέμησαν για ολόκληρο τον πόλεμο, λαμβάνοντας το μήνυμα της ανακωχής στις 07:30 της 14ης Νοεμβρίου 1918. Και οι δύο πλευρές ανάμεναν για επιβεβαίωση, με τους Γερμανούς να παραδίνονται επισήμως στις 25 Νοεμβρίου. Η ΓΑΑ έγινε δύο Β κατηγορίας πληρεξούσιες χώρες της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ), η Επικράτεια της Τανγκανίκα (Tanganyika Territory) του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ρουάντα-Ουρούντι (Ruanda-Urundi) του Βελγίου, ενώ το Τρίγωνο Κιόνγκα (Kionga Triangle) παραχωρήθηκε στην Πορτογαλία.
Το 1885, οι Γερμανοί αποίκησαν τα εδάφη που έγιναν η Γερμανική Ανατολική Αφρική (ΓΑΑ - Deutsch-Ostafrika).[εκκρεμεί παραπομπή] Η ίδια η περιοχή εκτεινόταν 995.000 km² (384.000 mi²) και περιλαμβάνονταν οι περιοχές της σημερινής Ρουάντα, Μπουρούντι και Τανζανία.[11] Ο αυτόχθων πληθυσμός της Deutsch-Ostafrika αριθμούσε 7,5 εκατομμύρια· 5.300 Ευρωπαίοι διοικούσαν την αποικία. Το αποικιακό καθεστώς αισθανόταν σχετικά ασφαλές[εκκρεμεί παραπομπή] αλλά τα αποτελέσματα της Εξέγερσης Μάτζι Μάτζι (Maji Maji Rebellion 1904–1905), εξακολουθούσαν να είναι αισθητά το 1914. Η Γερμανική αποικιακή διοίκηση μπορούσε να καλέσει τη στρατιωτική Schutztruppe (δύναμη προστασίας)[Σημ. 12] απαρτιζόμενη από 260 Ευρωπαίους και 2.470 Αφρικανούς, συν 2.700 λευκούς άποικους στην εφεδρική Landsturm[Σημ. 13] καθώς και σε μια μικρή παραστρατιωτική Gendarmerie.[Σημ. 14][11]
Το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, αύξησε τη δημοτικότητα της Γερμανικής αποικιακής επέκτασης και την κατάκτηση μιας Deutsch-Mittelafrika ("Γερμανικής Κεντρικής Αφρικής"), που θα ήταν παράλληλη με μια αναδυόμενη Γερμανική Αυτοκρατορία στην Ευρώπη.[12] Για τη δημιουργία της Mittelafrika και τη σύνδεσή της με τις Γερμανικές αποικίες στην Ανατολική, Νοτιοδυτική και Δυτική Αφρική, θα πρέπει να προσαρτηθεί το έδαφος του Βελγικού Κονγκό. Τα νέα εδάφη θα καταλάμβαναν την Κεντρική Αφρική και θα καθιστούσαν τη Γερμανία, ως την κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στην ήπειρο.[13]
Η Γερμανική στρατιωτική δύναμη στην Αφρική ήταν αδύναμη, οι δυνάμεις της δεν ήταν καλά εξοπλισμένες και ήσαν διασκορπισμένες. Αν και καλύτερα εκπαιδευμένη και πιο έμπειρη από τους αντιπάλους της, πολλοί από τους Γερμανούς στρατιώτες βασίζονταν σε όπλα όπως το τυφέκιο Mauser Model 1871, που χρησιμοποιούσε την παρωχημένη μαύρη πυρίτιδα.[14] Οι Συμμαχικές δυνάμεις είχαν παρόμοια προβλήματα κακού εξοπλισμού και χαμηλούς αριθμούς. Οι περισσότερες αποικιακές δυνάμεις ήταν παραστρατιωτικές αστυνομίες, για αποικιακές καταστολές και όχι στρατοί για να πολεμήσουν πολέμους ενάντια σε άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις.[15]
Το μεγαλύτερο σώμα Γερμανικών στρατευμάτων ήταν στην Ανατολική Αφρική, αλλά αυτό ήταν πολύ μικρό για να πολεμήσει έναν επιθετικό πόλεμο. Ο στόχος των Γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Αφρική, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ, ήταν να εκτρέψει τις Συμμαχικές δυνάμεις και προμήθειες από την Ευρώπη στην Αφρική. Απειλώντας τον σημαντικό Bρετανικό σιδηρόδρομο της Ουγκάντα, ο Λέτοβ ήλπιζε να αναγκάσει τα Βρετανικά στρατεύματα να εισβάλουν στην Ανατολική Αφρική, όπου θα μπορούσε να πολεμήσει μια αμυντική εκστρατεία.[16] Το 1912, η Γερμανική κυβέρνηση είχε διαμορφώσει μια αμυντική στρατηγική για την Ανατολική Αφρική, στην οποία ο στρατός θα αποσύρετο στην ενδοχώρα και θα πολεμούσε μια ανταρτική εκστρατεία.[17]
Η Γερμανική αποικία στην Ανατολική Αφρική ήταν απειλή για το ουδέτερο Βελγικό Κονγκό, αλλά η Βελγική κυβέρνηση ήλπιζε να συνεχίσει την ουδετερότητά της στην Αφρική. Η Force Publique (FP)[Σημ. 15] αναγκάστηκε να υιοθετήσει μια αμυντική στρατηγική μέχρι τις 15 Αυγούστου 1914, όταν τα Γερμανικά πλοία στη Λίμνη Τανγκανίκα βομβάρδισαν το λιμάνι του Μοκολόμπου και στη συνέχεια, μια εβδομάδα αργότερα, το σταθμό της Λουκούγκα. Ορισμένοι Βέλγοι αξιωματούχοι θεώρησαν τις εχθροπραξίες στην Ανατολική Αφρική, ως ευκαιρία για επέκταση των Βελγικών κτήσεων στην Αφρική· η κατάληψη της Ρουάντα και του Ουρούντι θα μπορούσε να αυξήσει τη διαπραγματευτική δύναμη της κυβέρνησης De Broqueville[Σημ. 16] για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση του Βελγίου μετά τον πόλεμο.[18] Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής διαπραγμάτευσης της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ο Υπουργός Αποικιών, Jules Renkin, επιδίωξε να ανταλλάξει Βελγικές εδαφικές κτήσεις στη Γερμανική Ανατολική Αφρική για τον Πορτογαλικό καταμερισμό στη βόρεια Ανγκόλα, προκειμένου να αποκτήσει στο Βελγικό Κονγκό μακρύτερη ακτή.[19]
Οι υπερπόντιες αποικίες της Γερμανίας, ουσιαστικά χωρίς ελπίδα ενίσχυσης από την Ευρώπη, αμύνθηκαν με διάφορους βαθμούς επιτυχίας ενάντια στις επιθέσεις των Συμμάχων.[20] Η ιστορία της Γερμανικής Ανατολικής Αφρικής (που περιλαμβάνει τη σημερινή Ρουάντα, το Μπουρούντι και την ηπειρωτική Τανζανία), ήταν πολύ διαφορετική, χάρη στην ποιότητα των ντόπιων ασκάρι (αφρικανικών στρατευμάτων εκπαιδευμένων από Ευρωπαίους) και στη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Γερμανού διοικητή τους Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ.[20] Μια απόβαση στρατευμάτων από την Ινδία, απωθήθηκε ταπεινωτικά από τους Γερμανούς το Νοέμβριο του 1914 (βλ. Μάχη της Τάνγκα, Μάχη του Κιλιμαντζάρο, Μάχη του Γιασίνι).[20] Μια μαζική εισβολή από τον Βορρά, που περιλάμβανε Βρετανικά και αποικιακά στρατεύματα υπό τον Νοτιοαφρικανικό Γιαν Σματς, ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1916, για να συντονιστεί με μια Βελγική εισβολή από τα δυτικά και με μια ανεξάρτητη Βρετανική από τη Νυασαλάνδη στο νότο, αλλά, αν και το Νταρ ες Σαλάαμ έπεσε στα χέρια του Σματς και η Ταμπόρα στους Βέλγους τον Σεπτέμβριο, ο Λέτοβ-Φόρμπεκ διατήρησε τη μικρή του δύναμη.[20] Τον Νοέμβριο του 1917 άρχισε να κινείται προς τα νότια σε όλη την Πορτογαλική Ανατολική Αφρική (η Γερμανία είχε κηρύξει τον πόλεμο στην Πορτογαλία από τον Μάρτιο του 1916) και, αφού πέρασε πίσω στη Γερμανική Ανατολική Αφρική τον Σεπτέμβριο του 1918, στράφηκε νοτιοδυτικά για να εισβάλει στη Βόρεια Ροδεσία τον Οκτώβριο. Έχοντας καταλάβει την Κασάμα στις 9 Νοεμβρίου (δύο ημέρες πριν από τη Γερμανική ανακωχή στην Ευρώπη), τελικά παραδόθηκε στις 25 Νοεμβρίου.[20] Με περίπου 12.000 άνδρες στην αρχή, τελικά κατόρθωσε να έχει καθηλώσει 130.000 ή και περισσότερα Συμμαχικά στρατεύματα.[20]
Οι κυβερνήτες της Βρετανικής και της Γερμανικής Ανατολικής Αφρικής, ήθελαν να αποφύγουν τον πόλεμο και προτίμησαν μια συμφωνία ουδετερότητας βάσει του Νόμου του Κονγκό του 1885, ενάντια στις επιθυμίες των τοπικών στρατιωτικών διοικητών και των μητροπολιτικών κυβερνήσεών τους. Η συμφωνία προκάλεσε σύγχυση κατά τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης. Στις 31 Ιουλίου, εφαρμόζοντας σχέδια εκτάκτου ανάγκης, το ελαφρύ καταδρομικό SMS Königsberg[Σημ. 17] απέπλευσε από το Νταρ ες Σαλάαμ για επιχειρήσεις εναντίων των Βρετανικών εμπορικών πλοίων. Απέφυγε ξυστά τα καταδρομικά από τη Ναυτική Μοίρα του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος, τα οποία στάλθηκαν να βάλουν κατά του πλοίου και να το βυθίσουν.[21] Στις 5 Αυγούστου 1914, στρατεύματα από το προτεκτοράτο της Ουγκάντα, επιτέθηκαν σε Γερμανικά παραποτάμια φυλάκια πλησίον της Λίμνης Βικτώρια.[22]
Την ίδια ημέρα, το Υπουργείο Πολέμου της Βρετανίας διέταξε να σταλεί στην Ανατολική Αφρική μια Ινδική Εκστρατευτική Δύναμη (Indian Expeditionary Force [IEF]), ώστε να εξαλειφθούν οι βάσεις των εισβολέων.[23] Στις 8 Αυγούστου, το καταδρομικό HMS Astraea[Σημ. 18] του Βασιλικού Ναυτικού βομβάρδισε τον ασύρματο σταθμό στο Νταρ ες Σαλάαμ, εν συνεχεία συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός, υπό την προϋπόθεση ότι η πόλη θα παρέμενε ανοιχτή.[24] Αυτή η συμφωνία προκάλεσε ασυμφωνία μεταξύ του Φόρμπεκ και του Κυβερνήτου Heinrich Schnee, τον κατ' όνομα ανώτερό του, τον οποίο αντιτάχθηκε και αργότερα αγνόησε τη συμφωνία· προκάλεσε επίσης την επίπληξη στον πλοίαρχο του Astraea, για υπέρβαση της εξουσίας του. Προ της Μάχης της Τάνγκα, όταν η Ινδική Εκστρατευτική Δύναμη (IEF) προσπάθησε να αποβιβαστεί στην Τάνγκα, το Βασιλικό Ναυτικό αισθάνθηκε την υποχρέωση να προειδοποιήσει ότι ακύρωσαν τη συμφωνία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα του αιφνιδιασμού.[25]
Τον Αύγουστο του 1914, επιστρατεύτηκαν οι στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις και στις δυο αποικίες, παρά τους περιορισμούς που επιβάλλονταν από τους δύο κυβερνήτες. Η Γερμανική Schutztruppe στην Ανατολική Αφρική αριθμούσε 260 Γερμανούς όλων των βαθμών και 2.472 Ασκάρι, ισοδύναμους με τα δύο τάγματα των Αφρικανικών Τυφεκίων του Βασιλιά (King's African Rifles [KAR]) στις Βρετανικές αποικίες της Ανατολικής Αφρικής.[1][26] Στις 7 Αυγούστου, Τα Γερμανικά στρατεύματα στο Μόσι, ενημερώθηκαν για τη λήξη της συμφωνίας ουδετερότητας και διατάχτηκαν να επιδράμουν πέραν των συνόρων. Στις 15 Αυγούστου, Ασκάρι στην περιοχή του Neu Moshi ενεπλάκησαν στην πρώτη τους επιθετική επιχείρηση της εκστρατείας. Η Ταβέτα στη Βρετανική πλευρά του όρους Κιλιμαντζάρο, έπεσε από δυο λόχους Ασκάρι (300 άνδρες) με τους Βρετανούς να ρίπτουν προκλητικούς πυροβολισμούς και να αποσύρονται εν ευταξία.[27] Το απόσπασμα των Ασκάρι στη Λίμνη Τανγκανίκα, επέδραμε στις Βελγικές εγκαταστάσεις επιζητώντας να καταστρέψει το ατμόπλοιο Commune και να αποκτήσει τον έλεγχο της λίμνης. Στις 24 Αυγούστου, τα Γερμανικά στρατεύματα επιτέθηκαν Πορτογαλικά φυλάκια κατά μήκος του Ροβούμα, αβέβαιοι για τις προθέσεις της Πορτογαλίας, που ήταν σύμμαχος των Βρετανών, προκαλώντας διπλωματικό επεισόδιο και το οποίο μετά δυσκολίας εξομαλύνθηκε.[15]
Το Σεπτέμβριο, οι Γερμανοί άρχισαν να κάνουν επιδρομές όλο και βαθύτερα στη Βρετανική Ανατολική Αφρική και την Ουγκάντα. Η Γερμανική ναυτική δύναμη στη Λίμνη Βικτώρια περιοριζόταν στο Hedwig von Wissmann και το Kingani ένα ρυμουλκό οπλισμένο με ένα πυροβόλο τύπου πομ-πομ,[Σημ. 19][Υποσημ. 3] προκαλώντας μικρές ζημιές και πολύ θόρυβο. Οι Βρετανοί όπλισαν τα ατμόπλοια λιμνών των Σιδηροδρόμων Ουγκάντα SS William Mackinnon, SS Kavirondo, SS Winifred και SS Sybil ως αυτοσχέδιες κανονιοφόρους (gunboats)·[Σημ. 20] το ρυμουλκό παγιδεύτηκε και εν συνεχεία αυτοβυθίστηκε από τους Γερμανούς.[28] Οι Γερμανοί αργότερα ανέσυραν το Kingani, αφαίρεσαν το πυροβόλο του και χρησιμοποίησαν το ρυμουλκό ως μεταφορικό· με το ρυμουλκό αφοπλισμένο "με τα δόντια να έχουν αφαιρεθεί, η Βρετανική κυριαρχία στη Λίμνη Βικτώρια δεν τίθετο πλέον σε αμφισβήτηση."[29]
Για να λυθεί η ενόχληση των επιδρομών και να συλλάβουν τη βόρεια, αποικισμένη περιοχή της Γερμανικής αποικίας, οι Βρετανοί επινόησαν ένα σχέδιο για μια διττή εισβολή. Η Ινδική Εκστρατευτική Δύναμη (Indian Expeditionary Force [IEF]) "B" με στράτευμα 8.000 ανδρών σε δύο ταξιαρχίες, θα εκτελούσε μια αμφίβια απόβαση στην Τάνγκα στις 2 Νοεμβρίου 1914, για να καταλάβει την πόλη και να αποκτήσει τον έλεγχο στον τελικό σταθμό της σιδηροδρομικής γραμμής Ουσαμπάρα στον Ινδικό Ωκεανό. Στην περιοχή του Κιλιμαντζάρο, η IEF "C" με 4.000 άνδρες σε μία ταξιαρχία, θα προέλαυνε από τη Βρετανική Ανατολική Αφρική στο Neu-Moshi στις 3 Νοεμβρίου 1914, στο δυτικό τελικό σιδηροδρομικό σταθμό (βλέπε Μάχη του Κιλιμαντζάρο). αφόυ καταλάμβανε την Τάνγκα, η IEF "B" θα εκινείτο γρήγορα προς τα βορειοδυτικά, θα ενωνόταν με την IEF "C" και θα εκκαθάριζε τις εναπομείνασες Γερμανικές δυνάμεις. Αν και υστερούσε αριθμητικά 8:1 στην Τάνγκα και 4:1 στο Λονγκίντο, επικράτησε η Schutztruppe υπό τον Φόρμπεκ. Στον τόμο για την Ανατολική Αφρική, στην επίσημη ιστορία της Βρετανίας (1941), ο Charles Hordern περιέγραψε τα γεγονότα ως μια από "τις πλέον αξιοσημείωτες αποτυχίες στη Βρετανική στρατιωτική ιστορία".[30]
Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, το SMS Königsberg[Σημ. 21] από το Ναυτικό της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, βρισκόταν στον Ινδικό Ωκεανό. Στη Ναυμαχία της Ζανζιβάρης, το Königsberg βύθισε στο λιμένα της Ζανζιβάρης το γηρασμένο καταδρομικό προστασίας HMS Pegasus[Σημ. 22] και κατόπιν αποσύρθηκε εντός του δέλτα του Ποταμού Ρουφίτζι.[31] Αφού περιορίστηκε από τα πολεμικά πλοία της Μοίρας του Βρετανικού Ακρωτηρίου, συμπεριλαμβανομένου ενός παλαιού pre-dreadnought θωρηκτού,[Σημ. 23] δύο σκάφη monitor με ρηχές καρίνες[Σημ. 24] και με πυροβόλα των 150 χιλ. (6 in), τα οποία μεταφέρθηκαν από την Αγγλία και συνέτριψαν το καταδρομικό στις 11 Ιουλίου 1915.[32] Οι Βρετανοί διέσωσαν από το Pegasus και χρησιμοποίησαν έξι πυροβόλα των 100 χιλ. (4 in), τα οποία έγιναν γνωστά ως πυροβόλα Peggy· το πλήρωμα του Königsberg και η κυρίως συστάδα των 1000 χιλ. (41 in) πυροβόλων, αναλήφθηκαν από τη Schutztruppe και χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών.[33]
Οι Γερμανοί εξουσίαζαν τη λίμνη από το ξέσπασμα του πολέμου, με τρία οπλισμένα ατμόπλοια και δύο μη-οπλισμένα μηχανοκίνητα σκάφη. Το 1915, δύο Βρετανικά μηχανοκίνητα σκάφη, HMS Mimi και Toutou, έκαστο οπλισμένο με πυροβόλο 3 λιβρών και ένα πυροβόλο Maxim,[Σημ. 25] μεταφέρθηκαν δια ξηράς 4.800 χλμ. (3.000 μίλια) στη Βρετανική ακτή της Λίμνης Ταγκανίκα. Στις 26 Δεκεμβρίου, αιχμαλώτισαν το Γερμανικό πλοίο Kingani, μετονομάζοντάς το σε HMS Fifi και με δυο πλοία υπό τη διοίκηση του Πλωτάρχη Geoffrey Spicer-Simson, επιτέθηκαν και βύθισαν το Γερμανικό πλοίο Hedwig von Wissmann. Το Graf von Götzen και το Wami, δυο μη-οπλισμένα μηχανοκίνητα σκάφη, έγιναν τα μοναδικά Γερμανικά πλοία τα οποία παρέμειναν στη λίμνη. Το Φεβρουάριο του 1916, το Wami αναχαιτίστηκε και προσάραξε από το πλήρωμά του όπου και κάηκε.[34] Τότε, ο φον Λέτοβ-Φόρμπεκ αφαίρεσε τα πυροβόλα του Königsberg και τα μετέφερε σιδηροδρομικώς στο κύριο μέτωπο της μάχης.[35] Το πλοίο διαλύθηκε στα μέσα Ιουλίου μετά από τη βομβιστική επίθεση με υδροπλάνο, από τους Βέλγους στην Κιγκόμα και προτού τα προπορευόμενα Βελγικά αποικιακά στρατεύματα μπορέσουν να το καταλάβουν. Αργότερα, το Wami ανελκύστηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους Βρετανούς.[36][Σημ. 26]
Στο Στρατηγό Horace Smith-Dorrien ανατέθηκε η εντολή να βρει και να πολεμήσει τη Schutztruppe αλλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς τη Νότια Αφρική, αρρώστησε με πνευμονία, που τον εμπόδισε να αναλάβει τη διοίκηση. Το 1916, ο στρατηγός Γιαν Σματς ανέλαβε την αποστολή να νικήσει τον Λέτοβ-Φόρμπεκ.[37] Ο Σματς είχε μεγάλο στρατό (συγκριτικά με την περιοχή), περίπου 13.000 Νοτιοαφρικανούς συμπεριλαμβανομένων Μπόερς, Βρετανούς, Ροδεσιανούς, 7.000 Ινδούς και Αφρικανούς στρατιώτες, ένα συνολικό στρατό από 73.300 άνδρες. Υπήρχε μια Βελγική δύναμη και μια μεγαλύτερη αλλά αναποτελεσματική ομάδα Πορτογαλικών στρατιωτικών μονάδων που έδρευαν στη Μοζαμβίκη. Ένα μεγάλο Σώμα Mεταφορέων (Carrier Corps) αποτελούμενο από Αφρικανούς αχθοφόρους-βαστάζους υπό Βρετανική διοίκηση, μετέφερε προμήθειες στο εσωτερικό. Παρά τη συμμαχική φύση της προσπάθειας, ήταν μια επιχείρηση των Νότιο Αφρικανών από τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Τον προηγούμενο χρόνο, ο Λέτοβ-Φόρμπεκ είχε επίσης αποκτήσει προσωπικό και ο στρατός του τώρα αριθμούσε 13.800 άνδρες.[38]
Ο Σματς επιτέθηκε από διαφορετικές κατευθύνσεις, με την κύρια επίθεση να προέρχεται από τη Βρετανική Ανατολική Αφρική (Κένυα) στα βόρεια, ενώ σημαντικές δυνάμεις από το Βελγικό Κονγκό προχώρησαν από τα Δυτικά σε δύο φάλαγγες, διασχίζοντας τη Λίμνη Βικτώρια επί των Βρετανικών πλόιων μεταφοράς στρατευμάτων SS Rusinga και SS Usoga και εντός της Κοιλάδας του Ρήγματος (Rift Valley). Ένα άλλο σώμα προχώρησε πάνω από τη Λίμνη Νυάσα (Λίμνη Μαλάουι) από τα νοτιο-ανατολικά. Όλες αυτές οι δυνάμεις απέτυχαν να συλλάβουν τον Λέτοβ-Φόρμπεκ και όλες τους υπέφεραν από τις ασθένειες κατά την διάρκεια της πορείας. Το 9ο Πεζικό της Νότιας Αφρικής, ξεκίνησε τον Φεβρουάριο με 1.135 άνδρες και τον Οκτώβριο είχε μειωθεί σε μόλις 116 ικανούς στρατιώτες και αυτοί με ελάχιστες πολεμικές συμπλοκές. Οι Γερμανοί σχεδόν πάντα υποχωρούσαν εμπρός στις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις των Βρετανικών στρατευμάτων και κατά τον Σεπτέμβριο του 1916, η Κεντρική Γερμανική Σιδηροδρομική Γραμμή από τα παράλια του Νταρ ες Σαλάαμ έως το Ουτζίτζι, ήταν πλήρως υπό Βρετανικό έλεγχο.[39]
Με τον Λέτοβ-Φόρμπεκ να έχει περιοριστεί στο νότιο τμήμα της Γερμανικής Ανατολικής Αφρικής, ο Σματς άρχισε να αποσύρει τα στρατεύματα της Νότιας Αφρικής, της Ροδεσίας και της Ινδίας και να τα αντικαθιστά με τους Ασκάρι των Αφρικανικών Τυφεκίων του Βασιλιά (King's African Rifles [KAR]), όπου μέχρι τον Νοέμβριο του 1918 υπήρχαν 35.424 άντρες. Στις αρχές του 1917, περισσότεροι από το ήμισι του Βρετανικού Στρατού στο θέατρο των μαχών, αποτελούνταν από Αφρικανούς και μέχρι το τέλος του πολέμου, ήσαν σχεδόν όλοι τους Αφρικανοί. Ο Σματς έφυγε από την περιοχή τον Ιανουάριο του 1917, για να λάβει μέρος στο Αυτοκρατορικό Γραφείο Πολέμου (Imperial War Cabinet) στο Λονδίνο.[40]
Μεταξύ το τέλος του 1915 και των αρχών του 1916, οι Βρετανοί στρατολόγησαν 120.000 μεταφορείς για να μεταφέρουν Βελγικά εφόδια και εξοπλισμό στο Κίβου (Kivu) (στα ανατολικά του Βελγικού Κονγκό). Οι γραμμές επικοινωνίας στο Κονγκό απαιτούσαν περί τους 260.000 μεταφορείς, στους οποίους απαγορεύτηκε από τη Βελγική κυβέρνηση να περάσουν στη Γερμανική Ανατολική Αφρική και τα Βελγικά στρατεύματα αναμενόταν να ζήσουν εκτός της χώρας. Για να αποφευχθούν οι λεηλασίες των πολιτών, οι απώλειες στα αποθέματα των τροφίμων και ο κίνδυνος λιμού, καθώς πολλοί αγρότες είχαν ήδη στρατολογηθεί και απομακρυνθεί από τη γη τους, οι Βρετανοί δημιούργησαν το Τμήμα Μεταφορέων του Κονγκό από το Σώμα Μεταφορών της Ανατολικής Ινδίας (Carbel) με 7.238 μεταφορείς, στρατολογημένους από πολίτες της Ουγκάντα και συγκεντρωμένους τον Απρίλιο του 1916, στην Μπαράρα (Mbarara). Η Force Publique, ξεκίνησε την καμπάνια της στις 18 Απριλίου 1916 υπό την ηγεσία των Στρατηγού Charles Tombeur, Συνταγματάρχου Philippe Molitor και Συνταγματάρχου Frédérick Olsen και στις 6 Μαίου κατέλαβαν το Κιγκάλι (Kigali) στη Ρουάντα (Rwanda).[41]
Οι Γερμανοί Ασκάρι στο Μπουρούντι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από την αριθμητική ανωτερότητα της Force Publique και έως τις 17 Ιουνίου, το Μπουρούντι και η Ρουάντα είχαν καταληφθεί. Τότε, η Force Publique και η Βρετανική Lake Force[Σημ. 27] ξεκίνησαν ένα κτύπημα για την κατάληψη της Ταμπόρα (Tabora), το διοικητικό κέντρο της Κεντρικής Γερμανικής Ανατολικής Αφρικής. Τρεις φάλαγγες κατέλαβαν το Μπιχαραμούρο (Biharamuro), τη Μουάνζα (Mwanza), την Καρέμα (Karema), την Κιγκόμα (Kigoma) και το Ουτζίτζι (Ujiji). Στη Μάχη της Ταμπόρα στις 19 Σεπτεμβρίου, οι Γερμανοί νικήθηκαν και το χωρίο κατελήφθει.[42] Κατά την πορεία ο Carbel απώλεσε 1.191 αχθοφόρους, οι οποίοι απέθαναν ή αγνωήθηκαν θεωρήθηκαν νεκροί, ένα δείκτη 1:7, ο οποίος εμφανιζόταν παρά την παρουσία δυο ιατρών και επαρκών ιατροφαρμακευτικών εφοδίων.[43] Προκειμένου να προλάβουν Βελγικές διεκδικήσεις επί των Γερμανικών εδαφών σε ένα διακανονισμό μετά τον πόλεμο, ο Σματς διέταξε τις δυνάμεις των να απομακρυνθούν και να επιστρέψουν στο Κονγκό, αφήνοντάς τους ως κατακτητές μόνο στη Ρουάντα και το Μπουρούντι. Οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν να επανακαλέσουν τις Βελγικές δυνάμεις το 1917 και οι δυο σύμμαχοι συντόνισαν εκστρατευτικά σχέδια.[44]
Ο Υποστράτηγος Arthur Hoskins (KAR), παλαιότερα διοικητής του 1ου Τομέα Ανατολικής Αφρικής (1st East Africa Division), ανέλαβε την ηγεσία της εκστρατείας. Αφού σπατάλησε τέσσερεις μήνες αναδιοργανώνοντας τις γραμμές επικοινωνιών, αντικαταστάθηκε από τον Νοτιοαφρικανό Υποστράτηγο Jacob van Deventer. Ο Deventer ξεκίνησε επιθέσεις τον Ιούλιο του 1917, οι οποίες περί τις αρχές του φθινοπώρου είχαν απωθήσει τους Γερμανούς προς τα νότια, περί τα 160 χλμ. (100 mi).[45] Από τις 15 μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 1917, ο Λέτοβ-Φόρμπεκ έδωσε μια πολυδάπανη μάχη στη Μαχίουα με 519 Γερμανικές απώλειες και 2.700 Βρετανικές απώλειες στη Νιγεριανή ταξιαρχία.[46] Όταν τα νέα της μάχης έφτασαν στη Γερμανία, ο Λέτοβ-Φόρμπεκ προήχθει σε Υποστράτηγο (Generalmajor).[47][α] Οι Βρετανικές μονάδες πίεσαν τη Schutztruppe νοτίως και στις 23 Νοεμβρίου, ο Λέτοβ-Φόρμπεκ διέσχισε προς την Πορτογαλική Μοζαμβίκη για να λεηλατήσει προμήθειες από τις Πορτογαλικές φρουρές.[49]
Οι Γερμανοί πολέμησαν στη Μάχη του Νγκομάνο όπου η Πορτογαλική φρουρά βρισκόταν καθ'οδόν, στη συνέχεια πορευόμενοι επί εννέα μήνες εντός της Μοζαμβίκης, σε καραβάνια με στρατεύματα, αχθοφόρους, συζύγους και παιδιά, αλλά δεν κατόρθωσαν να ανακτήσουν αρκετή δύναμη. Ο Λέτοβ-Φόρμπεκ διαίρεσε τη δύναμή του σε τρεις ομάδες πορείας· ένα άγημα 1.000 ανδρών υπό τον Hauptmann (Λοχαγό) Theodor Tafel, ξέμεινε από τροφή και πυρομαχικά και υποχρεώθηκε να παραδοθεί, προτού φθάσουν στη Μοζαμβίκη. Οι Λέτοβ-Φόρμπεκ και Tafel δεν γνώριζαν ότι απείχαν μεταξύ τους, μόλις μιας μέρας πορείας.[49]
Στη Μοζαμβίκη, η Schutztruppe κέρδισε αρκετό αριθμό νικών που της επέτρεψε να παραμείνει ενεργή αλλά πλησίασε την καταστροφή κατά την Μάχη της Λιόμα και την Μάχη των Λόφων Πέρε.[50][51] Οι Γερμανοί επέστρεψαν στη Γερμανική Ανατολική Αφρική και διέσχισαν στη Βόρεια Ροδεσία τον Αύγουστο του 1918. Στις 13 Νοεμβρίου, δύο ημέρες μετά την υπογραφή της ανακωχής στη Γαλλία, ο Γερμανικός στρατός κατέλαβε την Κασάμα, η οποία είχε εκκενωθεί από τους Βρετανούς. Την επόμενη μέρα στον ποταμό Τσαμπέζι (Chambezi), παραδόθηκε στο Λέτοβ-Φόρμπεκ ένα τηλεγράφημα που του ανακοίνωνε την υπογραφή της ανακωχής και συμφώνησε στην εκεχειρία. Ο Λέτοβ-Φόρμπεκ βάδισε με τη δύναμή του έως το Άμπερκορν (Abercorn – τη σημερινή Mbala) και επισήμως παραδόθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1918.[52][β] Η εκστρατεία στοίχισε στους Βρετανούς περίπου 12 δισ. £ σε τιμές του 2007.[53]
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περί τους 400.000 Συμμαχικοί στρατιώτες, ναύτες, πληρώματα εμπορικού ναυτικού, οικοδόμοι, γραφειοκράτες και προσωπικό υποστήριξης συμμετείχαν στην εκστρατεία της Ανατολικής Αφρικής. Βοηθήθηκαν στο πεδίο από επιπλέον 600.000 Αφρικανούς αχθοφόρους. Οι Σύμμαχοι απασχόλησαν περί το ένα εκατομμύριο άτομα στην άκαρπη καταδίωξη του Λέτοβ-Φόρμπεκ και της μικρής του δύναμης.[54] Ο Λέτοβ-Φόρμπεκ είχε αποκοπεί και δεν είχε πλέον καμία ελπίδα για αποφασιστική νίκη. Ο στόχος του ήταν καθαρά να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερες Βρετανικές δυνάμεις προς την καταδίωξή του και να κάνει τους Βρετανούς να δαπανήσουν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε άνδρες, πλοία και προμήθειες. Αν και κατάφερε να εκτρέψει πάνω από 200.000 Ινδικά και Νοτιοαφρικανικά στρατεύματα για να καταδιώξουν τις δυνάμεις του και να φρουρήσουν τη Γερμανική Ανατολική Αφρική μετά από αυτόν, απέτυχε να εκτρέψει επιπλέον Συμμαχικό ανθρώπινο δυναμικό από το Ευρωπαϊκό Θέατρο μετά το 1916. Ενώ κάποια πλοία μεταφέρθηκαν στο Αφρικανικό θέατρο, δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν σημαντικές δυσκολίες στα Συμμαχικά ναυτικά.[55]
Το 2001, ο Hew Strachan εκτίμησε πως οι απώλειες των Βρετανών στην Εκστρατεία της Ανατολικής Αφρικής ήσαν 3.443 φονευθέντες στη δράση,[56] 6.558 νεκροί από ασθένειες[56] και περίπου 90.000 αχθοφόροι νεκροί.[57] Το 2007, ο Paice κατέγραψε περίπου 22.000 Βρετανικές απώλειες στην Εκστρατεία της Ανατολικής Αφρικής, εκ των οποίων 11.189 ήτοι το 9% από το σώμα των 126.972 ανδρών στην εκστρατεία. Κατά το 1917, η επίταξη των περίπου 1.000.000 Αφρικανών αχθοφόρων, ερήμωσε πληθυσμιακά πολλές περιοχές και περίπου 95.000 βαστάζοι είχαν πεθάνει, μεταξύ αυτών το 20% από το Σώμα Mεταφορέων (Carrier Corps) στην Ανατολική Αφρική.[58] Εκ των αχθοφόρων που απεβίωσαν, οι 45.000 ήσαν Κενυάτες και το 13% του άρρενος πληθυσμού. Η εκστρατεία κόστισε στη Βρετανική Αυτοκρατορία £70 εκατομμύρια, πλησιάζοντας το Βρετανικό πολεμικό προϋπολογισμό του 1914.[59][60] Η ανακοίνωση από το ··· Aποικιακό Γραφείο (Colonial Office) έγραφε πως η εκστρατεία της Ανατολικής Αφρικής δεν έγινε μόνο σκάνδαλο, "... επειδή ο κόσμος που υπέφερε τα περισσότερα ήταν οι αχθοφόροι - και σε τελική ανάλυση ποιος ενδιαφέρεται για τους αυτόχθονες βαστάζους";[61] Τα στοιχεία των Βέλγων, αναφέρουν 5.000 απώλειες οι οποίες περιλαμβάνουν 2.620 στρατιώτες φονευθέντες στη δράση ή θανόντες λόγω ασθένειας, αλλά, δεν περιλαμβάνουν 15.650 θανάτους αχθοφόρων.[62] Οι Πορτογαλικές απώλειες στην Αφρική ήσαν 5.533 στρατιώτες φονευθέντες στη δράση, 5.640 άνδρες συλληφθέντες ή αγνοούμενους και έναν άγνωστο αλλά σημαντικό αριθμό τραυματιών.[63]
Οι λέξεις τις οποίες έγραψε ο στρατηγός van Deventer, στην τελική του επιστολή στο Πολεμικό Γραφείο στο Λονδίνο, ήταν εφαρμόσιμες στη σύγκρουση που μόλις είχε τελειώσει, τόσο στη μία όσο και στην άλλη πλευρά:
Στις Γερμανικές γραμμές, δεν υπάρχουν στοιχεία των στρατολογηθέντων ή των θυμάτων αλλά στην Der Weltkrieg, την επίσημη Γερμανική ιστορία, ο Ludwig Boell (1951) έγραψε "... για τις απώλειες σε βαστάζους, μεταφορείς και αγόρια (sic) [δεν κατορθώσαμε] να πραγματοποιήσουμε μια συνολική μέτρηση, λόγω της απουσίας λεπτομερών αρχείων ασθενειών". Ο Paice έγραψε το 1989, για μια εκτίμηση 350.000 θυμάτων και ποσοστό θανάτου 1 στα 7 άτομα. Οι βαστάζοι σπανίως αμοίβονταν καθώς τρόφιμα και βοοειδή επιτάχθηκαν από τους πολίτες· ο λιμός που προκλήθηκε από την επακόλουθη έλλειψη τροφίμων και τη χαμηλή βροχόπτωση του 1917, οδήγησε άλλους 300.000 θανάτους αμάχων στην Γερμανική Ανατολική Αφρική. Η στρατολόγηση του αγροτικού δυναμικού στην Βρετανική Ανατολική Αφρική και η χαμηλή βροχόπτωση του 1917–1918, οδήγησε σε λιμό και το Σεπτέμβριο του 1918 στην πανδημία γρίπης η οποία έφθασε την υπο-Σαχάρια Αφρική. Στη Βρετανική Ανατολική Αφρική πέθαναν 160.000–200.000 άμαχοι, στη Νότιο Αφρική υπήρξαν 250.000-350.000 θάνατοι και στη Γερμανική Ανατολική Αφρική το 10–20 τοις εκατό του πληθυσμού, απεβίωσε λόγω λιμού και ασθένειας· στην υπο-Σαχάρια Αφρική 1.500.000–2.000.000 άμαχοι απεβίωσαν από την πανδημία γρίπης.[64]
|title=
(βοήθεια)
|id=
at position 1 (βοήθεια)