Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ | |
---|---|
Πορτρέτο του Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ, έργο του Υασίντ Ριγκώ, με φόντο το Μέγαρο των Απομάχων | |
Γενικές πληροφορίες | |
Όνομα στη μητρική γλώσσα | Jules Hardouin-Mansart (Γαλλικά) |
Γέννηση | 16 Απριλίου 1646[1][2][3] Παρίσι[4][5] |
Θάνατος | 11 Μαΐου 1708[1][6][2] Μαρλί-λε-Ρουά |
Χώρα πολιτογράφησης | Γαλλία[7] |
Εκπαίδευση και γλώσσες | |
Ομιλούμενες γλώσσες | Γαλλικά[8] |
Πληροφορίες ασχολίας | |
Ιδιότητα | αρχιτέκτονας καλλιτέχνης |
Αξιοσημείωτο έργο | Grand commun Μεγάλο Τριανόν Κάστρο του Σαζερόν Ανάκτορο των Βερσαλλιών Κάστρο του Μαρλύ Πλατεία Βαντόμ |
Οικογένεια | |
Τέκνα | Jacques Hardouin-Mansart Cathérine-Henriette Hardouin-Mansart |
Αδέλφια | Michel Hardouin |
Συγγενείς | Φρανσουά Μανσάρ (granduncle) |
Αξιώματα και βραβεύσεις | |
Αξίωμα | Surintendant des Bâtiments |
Σχετικά πολυμέσα | |
Ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ (γαλλικά: Jules Hardouin-Mansart), κόμης του Σαγκόν (από το 1699) (1646 -1708), ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας της εποχής του γαλλικού μπαρόκ - κλασικισμού. Ήταν ο πρώτος αρχιτέκτονας του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ και επιθεωρητής των Βασιλικών Κτηρίων, ολοκλήρωσε το σχέδιο των Βερσαλλιών.[9]
Ήταν απόγονος του αρχιτέκτονα Φρανσουά Μανσάρ (1599-1666), από τον οποίο έμαθε αρχιτεκτονική και του οποίου το διάσημο επώνυμο πρόσθεσε στο δικό του για να ενισχύσει τη φήμη του.[10]
Ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1646 στο Παρίσι. Εκπαιδεύτηκε από τον θείο του Φρανσουά Μανσάρ και από τον Λιμπεράλ Μπρυάν. Άρχισε να αναδεικνύεται το 1674 με την κατασκευή του μικρού κάστρου του Βαλ και τη συμμετοχή του στις εργασίες του κάστρου του Σαντιγί. Ο Ερρίκος Γ΄ του Κοντέ, γιος του Μεγάλου Κοντέ εκτιμούσε ιδιαίτερα το ταλέντο του.[11]
Κέρδισε την εκτίμηση του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ το 1674 με τα σχέδια για το κάστρο του Κλανί, που προορίζονταν για την ερωμένη του βασιλιά, την κυρία ντε Μοντεσπάν. Ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του ήταν πολλές ιδιωτικές κατοικίες-αρχοντικά. Το 1675, έγινε επίσημος αρχιτέκτονας του βασιλιά και εισήλθε στη Βασιλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής. Το 1681 ορίσθηκε πρώτος αρχιτέκτονας του βασιλιά και το 1685 διορίστηκε επιθεωρητής των βασιλικών κτηρίων. Από το 1678, επιδόθηκε στην ανασχεδίαση και επέκταση του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Βασιζόμενος στα σχέδια του Λουί Λε Βω, ανήγειρε την αίθουσα των Κατόπτρων, την Ορανζερί, το Μεγάλο Τριανόν και τη βόρεια και νότια πτέρυγα.[12]
Μετά το θάνατο του Σαρλ Λε Μπρεν το 1690, ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ, ο οποίος μόλις είχε ολοκληρώσει τον τρούλο του Μεγάρου των Απομάχων, έγινε Γενικός Επιθεωρητής των Βασιλικών Κτηρίων το 1691. Κάλεσε τον ζωγράφο Σαρλ ντε Λα Φος το 1692 και του ανέθεσε τις τοιχογραφίες στο εσωτερικό του θόλου από το 1702 έως το 1706.
Ανεβαίνοντας στην εκτίμηση του βασιλιά, το 1682 έλαβε τίτλο ευγενείας από τον Λουδοβίκιο ΙΔ΄, αλλά κόμης ονομάστηκε το 1699, όταν αγόρασε (για 130.000 λίρες) την κομητεία Σαγκόν στο δουκάτο της Βουρβόνης.
Ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ παντρεύτηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1668 την Αν Μποντέν (1646-1738) με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.
Πέθανε στο Μαρλί-λε-Ρουά στις 11 Μαΐου 1708 σε ηλικία 62 ετών.[13] Ενταφιάστηκε στο Παρίσι, σε εκκλησία που καταστράφηκε το 1796-1799, όπως και το μαρμάρινο επιτάφιο μνημείο που είχε ανεγείρει ο Αντουάν Κουαζεβό. Τα λείψανά του αποτέθηκαν στις κατακόμβες του Παρισιού.
Το τεράστιο έργο ανάπτυξης του ανακτόρου των Βερσαλλιών τον απασχόλησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Συγχρόνως ανήγειρε πολλά δημόσια κτήρια, εκκλησίες, γέφυρες, πλατείες και ιδιωτικά μέγαρα. Το παρεκκλήσιο του Αγίου Λουδοβίκου στο Μέγαρο των Απομάχων θεωρείται χαρακτηριστικό έργο του συνδυασμού του κλασικού με το μπαρόκ αρχιτεκτονικό στοιχείο. Στα σημαντικότερα έργα του Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ περιλαμβάνονται:[14]