Τα ισπανικά της Αμερικής (español/castellano de América, español americano) εμπεριέχουν τις διαλέκτους και ιδιώματα που ομιλούνται στην Αμερικανική ήπειρο ως αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης μεγάλου μέρους της στο Στέμμα της Καστίλης τον 16ο αιώνα. Ο όρος περιγράφει αποκλειστικά και μόνο τη γεωγραφική διάσταση της γλώσσας δεδομένου ότι τα κοινά χαρακτηριστικά των διαφόρων διαλέκτων όπως η σύγχυση των συριστικών φωνημάτων εμφανίζονται και σε ορισμένες διαλέκτους της Ισπανίας όπως η ανδαλουσιανική ή η κανάρια ενώ έτερα, πιο συντηρητικά χαρακτηριστικά, συνδέουν ορισμένα ιδιώματα ακόμη και με τα ισπανικά της Καστίλης.[1] Γενικότερα, τα πλειοψηφικά γλωσσικά τους χαρακτηριστικά ανάγουν το σύνολο των διαλέκτων στα ισπανικά του Χρυσού Αιώνα (16ος-17ος αιώνας).
Οι Αμερικανοί ισπανόφωνοι αποτελούν περίπου το 90% των φυσικών ομιλητών της γλώσσας στον κόσμο, όντας τα ισπανικά (που λαμβάνουν αμφότερες τις ονομασίες castellano ή español) είναι επίσημη ή κυρίαρχη γλώσσα στο σύνολο των κρατών της Ισπανόφωνης Αμερικής· ομιλούνται και σε άλλα κράτη όπως το Μπελίζ ή οι ΗΠΑ.
Η ισπανική διαλεκτολογία στην Αμερικανική ήπειρο παραδοσιακά έχει προτείνει διάφορες διαλεκτολογικές ομάδες, όντας διάφορα τα κριτήρια. Μία αρχική διαφοροποίηση είναι η κατηγοριοποίηση των διαλέκτων σε υψηλές και χαμηλές, με τις πρώτες να παρουσιάζουν διατήρηση των συμφώνων και τις δεύτερες εξασθένισή τους κυρίως σε ενδοφωνηεντικές θέσεις.[2] Σύμφωνα με τον συλλογικό τόμο Γκουτιέρες-Ρεσάκ 2014 αυτές είναι οι εξής:[3]
Τα ισπανικά επίσης ομιλούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες από περίπου 45 εκατομμύρια άτομα, τα οποία διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τη οικεία τους διάλεκτο. Επομένως, παρά την ύπαρξη ορισμένων κοινών χαρακτηριστικών που οφείλονται στην επαφή με την αγγλική, δεν υφίσταται μια κοινή ισπανική διάλεκτος των ΗΠΑ.[4]